Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

nerve agent


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο nerve παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: agent
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nerve n(anatomy: part of nervous system)νεύρο ουσ ουδ
 Dan damaged a nerve in his hand.
 Ο Νταν τραυμάτισε ένα νεύρο στο χέρι του.
nerve,
the nerve
n
figurative, informal (courage)κουράγιο, θάρρος ουσ ουδ
 (καθομ: έχω ή δεν έχω)τα κότσια άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
 Kate worked up her nerve and asked her boss for a raise.
 Η Κέιτ μάζεψε το θάρρος της και ζήτησε από το αφεντικό της αύξηση.
a nerve,
some nerve
n
figurative, informal (excessive boldness)θράσος ουσ ουδ
 You've got a nerve, showing your face here after what you did!
 Έχεις μεγάλο θράσος να εμφανίζεσαι εδώ μετά από ό,τι έκανες!
the nerve to do [sth] nfigurative, informal (excessive boldness) (να κάνω κτ)το θράσος άρθ ορ + ουσ ουδ
 The guy had the nerve to talk back to his boss.
 Ο τύπος είχε το θράσος να αντιμιλά στο αφεντικό του.
nerves npl(nervousness)νευρικότητα ουσ θηλ
  άγχος ουσ ουδ
 His nerves got the better of him, and he vomited just as he was about to go on stage.
 Η νευρικότητά του κυριάρχησε και έκανε εμετό λίγο πριν ανέβει στην σκηνή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nerve n(veins in insect wings)νεύρο ουσ ουδ
 Under the magnifying glass the scientist could see every nerve in the mosquito's wing.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
auditory nerve n(nerve that controls hearing)ακουστικό νεύρο ουσ ουδ
hit a nerve,
touch a nerve,
strike a nerve,
hit a raw nerve,
touch a raw nerve,
strike a raw nerve
v expr
figurative (raise a sensitive issue)θίγω ένα ευαίσθητο ζήτημα έκφρ
 (μεταφορικά)χτυπάω εκεί που πονάει έκφρ
nerve block n(type of local anaesthetic)νευρικός αποκλεισμός επίθ + ουσ αρσ
 After the nerve block was administered I couldn't feel anything below my waist.
 Όταν μου έγινε νευρικός αποκλεισμός δε μπορούσα να νιώσω τίποτε κάτω από τη μέση μου.
nerve cell n(neuron, cell of nervous system)νευρώνας ουσ αρσ
 The shock went trough every nerve cell in my body.
nerve ending n(end of a nerve cell)νευρική απόληξη επίθ + ουσ θηλ
nerve gas n(poisonous gas used as chemical weapon)νευροπαραλυτικό αέριο ουσ ουδ
 Nerve gas has the capacity to kill thousands of people in a very short time.
nerve impulse n(signal transmitted by neuron)νευρικό ερέθισμα ουσ ουδ
nerve-racking,
nerve-wracking
adj
(that induces great anxiety)αγχωτικός επίθ
 (μεταφορικά, αργκό)σπάσιμο ουσ ουδ
 The last five kilometers was a nerve-wracking time as we passed through an ambush zone.
optic nerve n(nerve that sends information from eye to brain)οπτικό νεύρο ουσ ουδ
 The explosion overloaded my optic nerve, so now I am temporarily blind.
trigeminal nerve,
trigeminal
n
(anatomy: cranial nerve)τρίδυμο νεύρο επίθ + ουσ ουδ
  τρίδυμο επίθ ως ουσ ουδ
vagus,
vagus nerve
n
(anatomy: cranial nerve)πνευμονογαστρικό νεύρο επίθ + ουσ ουδ
  βάγος ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nerve agent στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «nerve agent».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!